απαυδώ


απαυδώ
απαυδώ, απαύδησα και απηύδησα, απαυδισμένος βλ. πίν. 60

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απαυδώ — και απαυδίζω αύδησα, αυδισμένος, αποκάνω, κουράζομαι: Έχω απαυδήσει να τον περιμένω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απαυδώ — (AM ἀπαυδῶ, άω) 1. δεν μπορώ πια να μιλήσω 2. κουράζομαι, εξαντλούμαι αρχ. 1. απαγορεύω 2. αρνούμαι 3. παρουσιάζω έλλειψη 4. εξαντλούμαι, λιποθυμώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < απ(ο) * + αυδώ < αυδή «ομιλία, λαλιά»] …   Dictionary of Greek

  • ἀπαυδῶ — ἀ̱παυδῶ , ἀπαυδάω forbid imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀπαυδάω forbid pres imperat mp 2nd sg ἀπαυδάω forbid pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ἀπαυδάω forbid pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀπαυδάω forbid pres subj… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγανακτώ — και χτώ και κτίζω και χτίζω [Α ἀγανακτῶ ( έω)] δυσανασχετώ, δυσαρεστούμαι, οργίζομαι, εκνευρίζομαι νεοελλ. Ι (αμτβ.) 1. κάνω ή αποκτώ κάτι με δυσκολία, στενοχωριέμαι, δεινοπαθώ 2. αδημονώ 3. κουράζομαι, αποκάνω, απαυδώ (μτβ.) 1. εξοργίζω,… …   Dictionary of Greek

  • αναπαύδητος — ἀναπαύδητος, ον (Α) [ἀπαυδῶ] ακούραστος, ακαταπόνητος …   Dictionary of Greek

  • απείπον — ἀπεῑπον (Α) 1. μιλώ ελεύθερα, αποκαλύπτω 2. αρνούμαι 3. απαγορεύω 4. απορρίπτω, δεν αναγνωρίζω, αποκηρύσσω, παρατώ 5. (αμτβ.) αποκάμνω, καταβάλλομαι, εξαντλούμαι 6. ενδίδω, υποχωρώ 7. έχω έλλειψη, είμαι ελλιπής 8. αποτυγχάνω, υπολείπομαι 9. (το… …   Dictionary of Greek

  • αποσταίνω — (Μ ἀποσταίνω) [αφίστημι] 1. κουράζομαι, απαυδώ, αποκάμνω 2. κάνω κάποιον να κουραστεί 3. τοποθετώ …   Dictionary of Greek

  • βαργεστώ — και βαργεστίζω και βαζγεστίζω 1. παραιτούμαι από κάτι, εγκαταλείπω κάτι 2. απαυδώ, κουράζομαι 3. δυσανασχετώ 4. απελπίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Το βαζγεστίζω < τουρκ. vazgestim, αόρ. του vazgecmek, οι δε τ. βαργεστίζω βαργεστώ < βαζγεστίζω, με το ρ… …   Dictionary of Greek

  • εκκάμνω — ἐκκάμνω (Α) 1. καταπονοῡμαι, απαυδώ 2. γίνομαι άχρηστος ή ακατάλληλος …   Dictionary of Greek

  • προαπαυδώ — άω, Α αποκάμνω, κουράζομαι πριν από το τέλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀπαυδῶ «κουράζομαι, εξαντλούμαι»] …   Dictionary of Greek